(Λίλη Βασιλείου, Ιωάννα Βελλαλή, Αλεξάνδρα Βασιλείου, Λένα Ασλανίδου, Βενετία Μπουρονίκου)

Είμαστε στη Ζυρίχη, στο 3ο συνέδριο του International Association of Process-oriented Psychology. Τρεις μέρες γεμάτες ομιλίες και εργαστήρια για την επίλυση συγκρούσεων και τη δημιουργία κοινότητας. Με κεντρικό θέμα ‘Παγκόσμια Εκδαπάνηση;’ (‘Global Burnout?’) μερικές εκατοντάδες άνθρωποι από δεκάδες χώρες εξερευνούν θεωρητικά και βιωματικά τις εναλλακτικές στην παγκόσμια κρίση.

Η ομάδα των Ανοιχτών Φόρουμ από την Ελλάδα τιμήθηκε με το βραβείο Worldwork 2012. Η αναγνώριση της δουλειάς μας και η στήριξη της διεθνούς κοινότητας μας συγκινεί και μας ενθαρρύνει.

Εδώ, το πόστερ με το οποίο παρουσιάσαμε τη δουλειά μας στο συνέδριο.

 

 

 

δέστε αυτό το βίντεο… 10 λεπτά… αντέξτε το σφίξιμο στο στομάχι…

έχουμε συνειδητοποιήσει εις βάρος πόσων σε αυτόν τον πλανήτη ζούμε;

ήρθε η σειρά μας να “λεηλατηθούμε” και οργιζόμαστε κι επαναστατούμε

για να γίνει τι;

θέλουμε να τελειώσει αυτός ο εφιάλτης και να ξαναγίνουν τα πράγματα όπως πριν;

αυτό το πριν βασίζεται σε εναν εφιάλτη πολλών άλλων…

είμαστε έτοιμοι να ανοίξουμε τα μάτια μας σε αυτό;

 

Πλούσιες χώρες, φτωχοί λαοί from carousel on Vimeo.

 

Στο Ρατζαστάν της Ινδίας, ένα πρωτότυπο σχολείο μαθαίνει σε αγρότισσες και αγρότες –συχνά αγράμματους– πώς να γίνουν μηχανικοί ηλιακής ενέργειας, τεχνίτες, οδοντίατροι και γιατροί, στα χωριά τους. Ονομάζεται Ξυπόλητο Κολέγιο κι ο ιδρυτής του, ο Μπάνκερ Ρόι, μας εξηγεί πώς λειτουργεί.

Μια ιστορία που δείχνει, ότι το πάθος και το όραμα υπερνικούν τα κυρίαρχα συστήματα…

κλείνει την ομιλία του με ένα απόφθεγμα του Μαχάτμα Γκάντι “Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, κι’ έπειτα νικάς.”

 

Άλλο ένα σεμινάριο ‘Worldwork’ έφτασε στο τέλος του. Το Denver φιλόξενο μεν, δύσκολο στην ανάσα όμως, καθώς το υψόμετρο (περίπου 1600 μέτρα) απαιτεί προσαρμογή αρκετών ημερών. Σχεδόν 300 άνθρωποι από 30 χώρες! Μερικές από τις χώρες προέλευσης ήταν: Αυστραλία, Αυστρία,Γεωργία, Καναδά, Κολομβία, Κροατία, Κύπρο, Δανία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ινδία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ιαπωνία, Μεξικό, Μπουρούντι, Ναμίμπια, Ολλανδία, Νέα Ζηλανδία, Νορβηγία, Πολωνία, Νότιο Αφρική, Νότιο Κορέα, Ρωσία, Ελβετία, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ουρουγουάη, και Ηνωμένες Πολιτείες.

Δουλέψαμε τα πρωινά στη μεγάλη ομάδα των 300, με διεργασίες ομάδας πάνω σε θέματα που αναδυόντουσαν από την ομάδα. Τα μεσημέρια ήταν γεμάτα παρουσιάσεις ομιλητών πάνω σε πιο εξειδικευμένα θέματα, και τα απογεύματα μικρές ομάδες των 10-15 ατόμων με δυο μέλη του προσωπικού σαν συντονιστές.

Η ποικιλομορφία του προσωπικού (50 περίπου άτομα από περίπου 13 χώρες) έδινε και διαφορετική νότα σε κάθε μέρα και σε κάθε μικρή ομάδα. Κάθε μέρα μια ομάδα τεσσάρων συντονιστών αναλάμβανε τη θεωρητική παρουσίαση και το συντονισμό της διεργασίας της μεγάλης ομάδας. Το απόγευμα, μετά τις μικρές ομάδες, ξαναμαζευόμασταν όλοι μαζί και μια ομάδα, που αναδυόταν από τις ανάγκες της στιγμής, δούλευε στη μέση.

Ο συντονισμός μιας τόσο μεγάλης ομάδας αποτελεί πρόκληση για κάθε επαγγελματία. Μόλις αποκλιμακωθεί η ένταση για ένα θέμα, αναδύονται άλλα δέκα (εξίσου σημαντικά) στη θέση του. Αν εστιάσεις υπερβολικά στις στιγμές που οι αντίθετοι πόλοι πλησιάζονται και αποκτούν ανθρώπινο πρόσωπο, χωρίς να ονοματίσεις την πολυπλοκότητα της κατάστασης, κινδυνεύεις να περιθωριοποιήσεις πολλούς μέσα στην ομάδα. Αν εστιάσεις μόνο στην πολυπλοκότητα των θεμάτων και στα στοιχεία, κινδυνεύεις να χάσεις την ανθρώπινη διάσταση πίσω από κάθε σύγκρουση.

Αυτήν την ευαίσθητη ισορροπία διαχειριζόμασταν επί μια βδομάδα, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία. Το επόμενο Worldwork Seminar θα γίνει στην Πολωνία το 2014. Πιο κοντά στην Ελλάδα, και με μικρότερα έξοδα ταξιδιού, ελπίζω να δώσει την ευκαιρία σε περισσότερους και περισσότερες να συμμετάσχουν.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ελληνική ομάδα για τη συμμετοχή της στο σεμινάριο: Λίλη Βασιλείου, Λένα Ασλανίδου, Αλεξάνδρα Βασιλείου, Βασιλική Κατριβάνου, Νάνσυ Παπαθανασίου, Γρηγόρης Βέλλιος, Άννα Σταυροπούλου, Τατιάνα Γιομπαζολιά, Βενετία Μπουρονίκου, Ελένη Χουβαρδά, και Σοφία Ηλία.

 

 

 

Θέλω να στείλω ένα μήνυμα στους Έλληνες, για μένα σημαντικό:

Μπήκαμε στη χώρα σας, σαν μετανάστες, την αγαπήσαμε αυτή τη χώρα, προσπαθήσαμε και τα είχαμε καταφέρει να κάνουμε όλες τις δουλειές, να βγάλουμε ένα κομμάτι ψωμί.

Αυτό που ζητάμε από τον Ελληνικό λαό είναι να μην πιστεύει αυτά που λένε οι δημοσιογράφοι, αυτά που γράφουν στις εφημερίδες, αυτά που λένε στα κανάλια.

Είμαστε άνθρωποι του διαλόγου. Δεν είμαστε εγκληματίες, ούτε κλέφτες, ούτε άνθρωποι της πλατείας. Είμαστε άνθρωποι που βγάζουν το ψωμί τους με το ίδρωμα, ήσυχοι άνθρωποι, κι αυτό έχει δειχτεί.

Ζητάμε από τον Ελληνικό λαό να πιέσει την κυβέρνηση για να κοιτάξει σε αυτό το θέμα, το θέμα μεταναστών.

Γιατί οι ίδιοι Έλληνες κάποτε κι ακόμα και τώρα ήσασταν μετανάστες σε διάφορες χώρες κι έχουν καταλάβει αυτό το ζόρι που έχουμε τραβήξει.

Και τους λέω ότι φτάνει. Πρέπει να κοιτάξουμε το θέμα των μεταναστών για να βρούμε μια λύση.

Σ’ ευχαριστώ πολύ.

 

η συνέντευξη τύπου των αλληλέγγυων καλλιτεχνών για τους 300 απεργούς πείνας μετανάστες

η δήλωση του Στέλιου Μάινα

Στις ερωτήσεις των φίλων αν αισθάνομαι ασφαλής και πώς κυκλοφορώ, απαντάω οργισμένα, πλήττοντας τη μικροαστική νοοτροπία, που υποτίθεται δεν έχω εγώ ο «προοδευτικός».

Επιμένω να μένω στην πλατεία Βικτωρίας παρά τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών των συμμοριών στην παρακάτω γωνία, παρά τα καλάσνικοφ που κροτάλιζαν δυο στενά απ’ το σπίτι μου, αφήνοντας πτώματα στην άσφαλτο.

Επιμένω να μένω στην πλατεία Βικτωρίας, παρά τις αλλεπάλληλες διαρρήξεις των διαμερισμάτων όλης της περιοχής, και των κλοπών που θύμα τους τουλάχιστον τρεις φορές έχει πέσει και η γυναίκα μου.

Επιμένω να μένω στην πλατεία Βικτωρίας, παρά την -πρώτα περιστασιακά και τώρα μόνιμη- οσμή της αμμωνίας, έξω απ’ την είσοδο της πολυκατοικίας μου, των διπλανών στενών, της πλατείας, της ζωής μας.

Γιατί επιμένω να μένω στη πλατεία Βικτωρίας;

Γιατί θέλω να είμαι κοντά σ’ αυτά που συμβαίνουν στη πατρίδα μου, γιατί θέλω να νιώθω την ανάσα -έστω και βρώμικη- της πόλης που αγαπάω, γιατί μου αρέσει η ποικιλία της, η ζωντάνια της, η φασαρία της, γιατί μ’ αρέσει να βλέπω την κυρα Μαρία να σέρνει το καροτσάκι της λαϊκής με τη φλεβίτιδα της, γιατί θέλω να συμπαραστέκομαι στην Άννα με το απέναντι κομμωτήριο που βαράει μύγες, και τον Κώστα στο διπλανό καλλυντικάδικο που μετά από δυο χρόνια απραξίας αναγκάστηκε να το δώσει για να γίνει ένα ακόμα Paki.

Γιατί θέλω να νιώθω πώς δεν θέλω να αλλάξει τίποτα στη ζωή που σχεδίασα, να συνεχίσω να είμαι ένας απλός άνθρωπος ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους.

Κι όταν οι μετανάστες μας χτύπησαν τη πόρτα, τους δέχτηκα σαν δικούς μου ανθρώπους, σαν τους γείτονες που έχουν την ανάγκη μου και χρίζουν της προσοχής μου.

Δεν έχει ακόμα στεγνώσει το μελάνι της υπεράσπισης και της αλληλεγγύης μου για τους 300 απεργούς πείνας, όταν την Παρασκευή το βράδυ στις 8, έβγαλα το σκύλο μου την καθιερωμένη του βόλτα, μια ευκαιρία να επικοινωνήσω τηλεφωνικά με τους φίλους μου.

Δεν είχα απομακρυνθεί πενήντα μέτρα απ’ το σπίτι μου, μιλώντας με κάποιον φίλο στο κινητό, όταν αισθάνομαι κάποιον από πίσω, να μου τραβάει το κινητό απ’ το χέρι. Μόνο που το δικό μου χέρι, αντανακλαστικά σφίγγει, και ο νεαρός μελαμψός άντρας με κοιτά σαν να μη πιστεύει πώς εγώ αντιστέκομαι.

Μου το αρπάζει, τελικά, και τρέχει, αλλά και πάλι, προς μεγάλη του έκπληξη, τον φτάνω φωνάζοντας συγχρόνως βοήθεια.

Και τότε, αντί για βοήθεια, γίνεται το αδιανόητο.

Από το δρόμο πετάγονται πέντε -προφανώς συμπατριώτες του- που ρίχνουν με μίσος, με κατεύθυνση το κεφάλι μου, δυο γεμάτα μπουκάλια μπύρας, βρίζοντας με συγχρόνως.

Ευτυχώς, και τα δυο μπουκάλια μπίρας δεν βρήκαν το στόχο τους, κατέληξαν όμως στη τζαμαρία του απέναντι μαγαζιού ανοίγοντας τρύπα σε κρύσταλλο ασφαλείας δώδεκα χιλιοστών. Οι φίλοι του αστόχησαν γιατί τυχαία βρέθηκαν δυο έλληνες και τους κράτησαν με κίνδυνο της ζωής τους.

Δυο έλληνες με έσωσαν από τον ιδιότυπο λιθοβολισμό και από το σίγουρο λιντσάρισμα μου, αφού δυο από αυτούς μου έδειξαν πως κουβαλούν μαχαίρι και καλά θα έκανα να το βουλώσω, κινούμενοι απειλητικά εναντίον μου. Και τους ευχαριστώ δημόσια.

Δυο Έλληνες τους σταμάτησαν ανάμεσα σε ένα πλήθος τουλάχιστον διακοσίων ανθρώπων, ως επί το πλείστον αλλοδαπών, που βρίσκονταν αδρανείς και αμετοχοι σε απόσταση το πολύ δέκα βημάτων από ένα περιστατικό ακραίας βίας, από μια απόπειρα ανθρωποκτονίας, γιατί αυτός ήταν ο στόχος τους.

Όταν είσαι ζεστός δεν συνειδητοποιείς τον κίνδυνο, παρ όλα αυτά είδα και προσπαθώ να εξηγήσω το μίσος στα βλέμματα αυτών των ανθρώπων, που δεν ηξερα και δεν τους είχα κάνει τίποτα.

Ένιωσα ένας έλληνας που σώζεται από έλληνες στο σπίτι του, και ξαφνικά ένιωσα σαν να με διώχνει ο τόπος μου, σαν να μην τον αναγνωρίζω πια, κι ένιωσα έκθετος σε μια διογκούμενη και χωρίς στόχο και κατεύθυνση οργή, που ελπίζω να διαψευστώ, αλλά φοβάμαι πως θα ‘χει πολύ άσχημα αποτελέσματα.

Απευθύνθηκα στην αστυνομία, και υπέβαλλα μήνυση, μόνο και μόνο για να θυμάμαι πώς δεν έμεινα μετέωρος και αδρανής, και πήρα την καθιερωμένη απάντηση, «φταίει η ανοχή μας».

Και αναρωτιέμαι, πού είναι η Αστυνομία που εγώ σαν καλός φορολογούμενος πολίτης πληρώνω για να με προστατεύει; Και αναρωτιέμαι εγώ ο αφελής, γιατί όταν γίνεται πορεία και διαμαρτυρία, πλήθη και στίφη αστυνομικών εμφανίζονται παντού, κι αναρωτιέμαι γιατί να υπάρχει καταστολή και όχι πρόληψη, κι αναρωτιέμαι τι ακριβώς κάνει το υπουργείο “Προστασίας του Πολίτη” για τον πολίτη του Ιστορικού κέντρου,

Αλλά, πάλι, δεν αναρωτιέμαι, καθώς είναι πασίδηλο πως αυτοί που μας κυβερνάνε ούτε μένουν ούτε έχουν περάσει ποτέ, ούτε και πρόκειται, από την πάλαι ποτέ ένδοξη γειτονιά μου, και νυν γκέτο απελπισμένων και αποκλεισμένων όλων των φυλών και των χρωμάτων.

Πριν από μερικές μέρες έγραψα ένα κείμενο συμπαράστασης στους απεργούς πείνας. Που αγωνίζονται για το αυτονόητο, να τους αντιμετωπίζουν σαν ανθρώπους.

Μετά το γεγονός, εδραιώθηκε ακόμα πιο σταθερή η άποψή μου πως τους κυνηγημένους δεν τους κυνηγάς, τους εξαθλιωμένους δεν τους εξαθλιώνεις, τους βοηθάς, γιατί μόνο στους καιρούς της βαρβαρότητας αποδεικνύεις ποιος είσαι και τι δουλειά έχεις σ’ αυτό τον κόσμο.
Δείτε και το άρθρο που έγραψε την επόμενη μέρα εδώ

 

Και με όλα αυτά που σχολιάζουμε τελευταία περί κρίσης, πολιτικής και καθημερινών αντιδράσεων, να και μια διαφορετική και ελπιδοφόρα ματιά για την ηγεσία, που έρχεται από τον  Benjamin Zander διευθυντή της Φιλαρμονικής ορχήστρας της Βοστόνης και ομιλητή γύρω από θέματα ηγεσίας. Στο βιβλίο που έγραψε μαζί με την σύντροφο του Rosamund Stone Zander ‘’The Art of possibility’’ μιλά για ένα καινούργιο μοντέλο ηγεσίας, που βασίζεται στην δυνατότητα. Περιγράφει, πώς μια μικρή αλλαγή στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους εαυτούς μας και την ζωή, μπορεί να μας οδηγήσει στη αξιοποίηση ολόκληρου του δυναμικού μας. Υποστηρίζει ότι η δύναμη ενός ηγέτη απορρέει από την ικανότητα του να ενδυναμώνει τους άλλους. Όταν ενδυναμώνουμε και βλέπουμε το μεγαλείο των άλλων, ελευθερώνουμε το πάθος τους και την δέσμευση τους και γινόμαστε πιο αποτελεσματικοί ηγέτες. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγουμε τα αδιέξοδα, την απελπισία και τον θυμό και μπορούμε να τα μεταμορφώσουμε σε πλήρη συμμετοχή και δημιουργικότητα.

ευχαριστώ  την Α.Β που μου προώθησε το Video της ομιλίας που έκανε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, το 2009. Διαρκεί 90’, αλλά αν έχετε χρόνο αξίζει να το παρακολουθήσετε. Είναι ένας χαρισματικός ομιλητής που εμπνέει και μεταφέρει τις ιδέες του με χιούμορ και ευαισθησία.

 

Worldwork 2011 The Global Process Institute presents an International Conference on environmental, social and political issues April 13 – 19, 2011 • Denver, Colorado, USA

Worldwork uses the awareness tools of Deep Democracy for small or large group conflicts, team building, community crisis intervention and facilitation of forums for human rights dialogue. 2011 in Denver marks the 20th Anniversary of Worldwork.


“Deep Democracy is our sense that the world is here to help us to become our entire selves, and that we are here to help the world become whole.” Arnold Mindell, founder of Process Oriented Psychology (aka Process Work)

Με ένα κλικ εδώ θα δεις το φυλλάδιο του σεμιναρίου με τις πληροφορίες εγγραφής…

 

Ο φίλος και συνάδελφος Steven Schuietevoerder συντόνισε μια συνάντηση πόλης (town forum) στο Πανεπιστήμιο του Cape Town, στην οποία συμμετείχαν περίπου 150 άτομα, και είχε θέμα “Black Rights, White Fears”. H Cathy Bernatt, μέλος της ομάδας συντονισμού μας έστειλε την ακόλουθη επιστολή ενός από τους συμμετέχοντες στη συνάντηση. Με την άδεια του, δημοσιεύουμε στο blog αυτήν την καταγραφή της δικής του εμπειρίας (έχω σβήσει ονόματα από την επιστολή, για να προστατέψω την ανωνυμία των συμμετεχόντων. Τα έχω αντικαταστήσει με διαφορετικά αρχικά).

Letter from an Open Forum Participant:

I am sitting down to write because I just experience what I think I will remember as the best 2.5 hours I have experienced during my entire time in South Africa. Yes… out of EVERYTHING I’ve written about… this is it .

And I apologize right off the bat because I know that there is no way in hell that I will be able to describe the intensity, emotion, and mind-blowing power of tonight. This also may be a bit disjointed because I’ll be writing this, in a sense, as a journal entry. I just need to reflect. And this reflection is LONG. So thank you for indulging me.

“Black Rights. White Fears.”

The poster was hung around campus for about two weeks with a picture of Julius Malema and Eugene Terre’Blanche (I could write and entire email just on those two political figures so you might want to google them to learn more). But BRIEFLY, Julius Malema is a controversial black ANC politician who has the reputation of being the personification of corruption and racism. Terre’Blanche is the controversial leader of the AWB (South Africa’s white supremacist movement that was the biggest resister of the end of apartheid) who was murdered a couple of weeks ago by his black workers for an alleged wages dispute.

I thought it would be interesting to go but I figured it would just be a bunch of people politely saying, “I completely understand where you’re coming from but I thought I might express my humble opinion on the matter as well.” Very PC. Very American. Don’t offend anyone. And… I had this giant essay I’m supposed to be writing now, so I figured I didn’t have the time. But then after class yesterday my beautiful friend W, told me that she was asked to speak at the event, and would I go to be there for her? So off I went.

“Black Rights. White Fears.”

I’m horrible with number guestimates, but I’d say about 200 people sat in a pseudo-circle in the African Studies Department Gallery. The event was set up by a classmate of mine, M, who I am very privileged to now call a friend. The crowd was as diverse as they come. Every age. Every color. Every accent. Every personality.

The goal: to have an open forum to talk about race. No political correctness. No censoring words. Just honesty. Utter, unadulterated honesty, feelings, and emotion.

Look at that. I’ve already written a page just leading up to the content…

M and her mother Κ, welcomed everyone with words of gratitude for coming, and excitement at the prospect of having a REAL conversation about the issues no one actually talks about. Rather, that no one talks about across racial lines.

W was the first to speak. And boy did she set a precedent for the rest of the night. “I’m angry. I’m REALLY angry.” W is one of the most passionate, emotionally brilliant people I have ever met. As she spoke about her resentment for whites because of her upbringing in a township, you could see the entire suffering of black South Africans’ history bump between her lips. Her hand rigid with the cry of every other resentful black South African still living in shacks, still victims of township crime, still mourning relatives lost during apartheid. She spoke for the mothers who lost children, and the children debased by white power. After the event I overheard a black student come up to her and say, “Thank you. I had all those feelings too but didn’t know anyone else felt the same way. I didn’t know I was allowed to say those things. Now I know how many other black people feel this way too.” W finished strong, confident, angry… honest.

The next student to speak was a white male. I need to stop right here with a disclaimer. I do not remember everything everyone said. It was too intense for that. But there were many things that struck me and many words that still ring in head. At the end of this young man’s speech he said, “And yes I have hope for complete integration in the future. But look at the lunch tables in res [resident halls] and there’s a black table and a white table. Really – and I’m hesitant to use such a simplifying metaphor – but you don’t see zebras and giraffes just chilling together.” It took a second for the crowd to realize what he had said… There wasn’t quite booing, but the was a low groan the resonated deeply in that room.

Next a young black man who spoke quite emphatically in support of Malema and called for the white man to “pull us up.”

Last, a friend of mine, a young white student. She brought a new face to the discussion. She spoke about her mother, who lost her job to a less qualified black person because of affirmative action. And she talked about her dad, also fired for racial restructuring. She said that whites aren’t scared of black people. She has black friends. It’s not racism. It’s that whites are scared of not being able to provide for their families. You lose a job. You fear. And why did you lose your job? Because a company wanted to fill their quota of blacks.

For the next two hours the floor was open. And boy do I wish this was recorded. I’ll write the things that stuck with me the most.

The first of which were the words of a black female law student. “I am not looked at the same way as a white person. And I will live my entire life looked at as lesser. When a white person gets a job it’s because of merit. When I get a job it’s because the law firm needed to fill their quota for affirmative action. When that white person messes up, our boss will say, ‘Eh, he’s fresh out of law school. He’ll learn.” When I mess up they say I shouldn’t be there in the first place because I am not qualified. We have the same education but I will always be looked at as black.”

A young black male: “I went to private schools throughout my life so I all my friends were white growing up. And I get legitimacy by mimicking whites. The way I talk. The way I dress. Even the way I gesture. It’s all white. Because in order to be taken seriously, I need to be as white as possible. I won’t regain my dignity until I can gesture with the rhythm that beats freely in my heart.”

The words that probably resonated with me most. A middle aged white woman: “As an Afrikaaner woman I know that I debase black people every day. And I don’t even know I’m doing it. I little while ago my colleague and I [she points the middle aged black woman sitting next to her] were interviewing very prominent white businesswoman. If I said her name you would all know who she is. And the entire meeting this woman would only look at me. The one time she looked at [her colleague] was when she said something about toilets and [sorry… I can’t remember the other thing… but it was “a black issue”]. And I didn’t say anything! I didn’t say anything! I didn’t say, ‘excuse me miss, but you’re insulting my colleague.’ No! At that moment I let down my friend. I fucked up. I fucked up! And I have fucked up, and will continue to fuck up. I for that I apologize. I’m sorry. So please, if you ever see me do anything, or not say something that perpetuates black debasement, call me out on it. Please stop me and tell! I’m trying but it’s bloody hard to do.”

The response by a young black female student: “I just wanted to say how much that meant to me. I can’t tell you how much I needed to hear that and how few people actually say that. So really I just wanted you to know how much I appreciate everything you just said. Thank you so much.”

A middle aged white woman: “I just wanted to say… And I’m sorry if I get emotional. That… [starts to cry]… that… It’s really hard. With my family. Recently my family has been emailing back and forth and… and… there were some really hurtful things said, and pictures sent, and… And my dad said some incredibly racist things. And I took him on. That’s difficult though because he’s my father and I love him. And he probably will actually never change. He’ll always thing that way. So it’s just hard because there’s a lot to do just within my own family.”

Many other people spoke with completely uninhibited emotions and stories. One young female black student pleaded that the white authority in South Africa just needs to band together in some act of symbolism to take responsibility for apartheid, apologize, and promise to work towards a better, more equal future. A middle aged coloured man said how he studied at UCT and that we are making progress. That there’s no way this could have happened when he was a student – openly expressing opinions like these – without fearing that someone was going to follow you home and beat you up. A black male student said, “I was the only black rugby player in school, the only black student in my class, and the only black person to step foot in my school friends’ white homes. And when I got there their parents would always ask, ‘but how is your English so good?’ And I would think, ‘what kind of image do you have in your mind of black people!?’” Another black student got up and said, “Maybe zebras and giraffes don’t chill together, but giraffes and buffalo do.”

One of the last people to talk was my friend. And this was after a lot of emotional talks, personal stories, and passionate calls for honest dialogue and open anger. My friend said, “I went to private school all my life and so all of my friends were white. And they had me over their houses and their families loved me. But the thing I would always lose friends over was money. We’ve already done all the symbolic stuff. We won the rugby cup together. We had the Peace and Reconciliation Committee. I can sit here with you [puts his hand on the shoulder of the white man next to him] and I can be friends with you [points to the white woman next to him], but nothing will actually get done until – and I call it the Robin Hood effect – until the money gets to the poor black people.”

I didn’t think it was my place to stand up and say anything. But of course the entire time I was thinking about what I would say if I said something. And by the end of this night by entire body was shaking with nerves and engulfed emotion. I thought, “I feel insignificant and small in a room with so much history and powerful passion. I am on outsider here. I am American. And the only thing I can offer is the lens I look through. I have only been here for four months and it’s fascinating for the first time to really see this through your eyes. I work in Khayelitsha so I see the disparity. I’ve talked to W so I’ve heard the resentment towards apartheid. But honestly, when I walk around campus, I just see a beautifully divers, amazing country. And that gives me hope that that trend will continue. I was born in the United States in 1989. But I am still white. And the thing I’m realizing is that a lot of times it’s very difficult to admit blame, or rather that we don’t think we need to apologize for anything because it’s not our fault. And even though for a very long time I didn’t even know what apartheid was, I apologize. I apologize for what happened and what is still happening today.”

I don’t know whether or not I have the authority or am in any position to apologize. Should I apologize just for being white? I still don’t know. But someone has to.

It’s four pages later and the truth is that these snippets don’t even glaze the tip of the iceberg of the emotion, controversy, passion, anger, misunderstanding, mis-communication, pride, love, hope, power that this evening embodied. I am so thankful that W told me to come. And I’m so thankful that M put everything together.

I have just barely over a month left here and I know that I will miss this incredibly beautiful society so much. I can’t even begin to show how much I have learned, and what amazing people I have met. So I’ll be holding on to these last few weeks… Thank you for sharing this journey with me as a go along.

With much love the world over.

 


Έχουν αρχίσει οι ετοιμασίες για το Worldwork 2011 στο Denver, Colorado, της Αμερικής. Η οικονομική κρίση που περνάμε και τα μεγάλα έξοδα που απαιτούνται για ένα ταξίδι στην Αμερική σίγουρα θα αποτρέψουν πολλούς από το να σκεφθούν να συμμετάσχουν. Για όσους και όσες όμως το σκέφτονται, υπάρχει και η δυνατότητα μερικής υποτροφίας διδάκτρων για το σεμινάριο.

Στο site του Worldwork υπάρχουν όλες οι απαραίτητες πληροφορίες. Αντιγράφω εδώ μερικές από αυτές: Το σεμινάριο θα γίνει στο Denver, Colorado, στο Crown Plaza Hotel (1450 Glenarm Place, Denver, Colorado 80202 USA). Μπορείς να δεις ένα χάρτη της περιοχής εδώ.

Ημερομηνίες και Ώρες:

Εγγραφές: οι εγγραφές (registration) θα γίνουν την Τρίτη 12 Απριλίου 2011, 15.00 – 21.00 & Τετάρτη 13 Απριλίου 7.00 – 9.00.

Το σεμινάριο ξεκινά την Τετάρτη 13 Απριλίου στις 10.00 το πρωί και ολοκληρώνεται στην Τρίτη 19 Απριλίου, στις 13.00.

Το Ταμείο Υποτροφιών (Scholarship Fund) στηρίζεται από συμμετέχοντες και φίλους του Worldwork. Τα χρήματα διατίθενται σε αυτούς που χρειάζονται οικονομική στήριξη για τα έξοδα ταξιδιού και διαμονής. Υποτροφίες Εργασίας (Work Study Scholarships) Οι υποτροφίες εργασίας απονέμονται ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός και τις δυνατότητες του Ταμείου Υποτροφιών. Μπορείς να κάνεις αίτηση για υποτροφία εργασίας, στέλνοντας ένα email στους οργανωτές στο email scholarships@worldwork.org.

Στην αίτηση για τη υποτροφία εργασίας (work-study scholarship) μπορείς να περιγράψεις με λίγα λόγια τους λόγους αίτησης υποτροφίας, το ποσό των διδάκτρων που επιθυμείς σε μορφή υποτροφίας εργασίας, καθώς και πιθανές δεξιότητες που κατέχεις και μπορεί να είναι χρήσιμες στην οργάνωση του σεμιναρίου (π.χ. γνώσεις χειρισμού βιντεοκάμερας, χειρισμός κονσόλας ήχου, οργανωτικές δεξιότητες για τη υποδοχή των συμμετεχόντων, κλπ).

© 2012 το blog του processwork.gr spoiled silly by Wordpress Suffusion theme by Sayontan Sinha